Δόλια (Dolia) σημαίνει «μοίρα» ή «πεπρωμένο». Είναι μια λέξη με βαθύ νόημα που εμφανίζεται επανειλημμένα στον τίτλο και στους στίχους του τραγουδιού.
Στο τραγούδι, η «μοίρα» παρουσιάζεται ως μια ισχυρή δύναμη που καθορίζει την πορεία της ζωής του αφηγητή, φέρνοντας τόσο πόνο όσο και ελπίδα. Η επανάληψή της υπογραμμίζει τη σημασία της στην ουκρανική κουλτούρα και τη σύνδεσή της με την προσωπική διαδρομή.
Το «Доля (Dolia)», με τον Krechet και την Alyona Alyona, είναι ένα τραγούδι για τη μοίρα που οδηγεί έναν άνθρωπο μακριά από το σπίτι, ενώ εκείνος κρατά μέσα του τη γη του. Η επαναλαμβανόμενη εικόνα είναι δυνατή: «Там земля / В полум'ї» [εκεί η γη βρίσκεται μέσα στις φλόγες], αλλά μαζί της υπάρχουν «поля зорані» [οργωμένα χωράφια], «неба шлях зоряний» [ο έναστρος δρόμος του ουρανού] και η «воля» [ελευθερία]. Η μοίρα δεν είναι εύκολη σύντροφος: «Дала біль / До рани клала сіль» [έδωσε πόνο και έριξε αλάτι πάνω στην πληγή]. Παρ’ όλα αυτά, ο αφηγητής της ζητά να τον οδηγήσει, επειδή η καρδιά του έχει δικό της αστέρι και ο δρόμος μπροστά του, αν και άγνωστος, πρέπει να συνεχιστεί.
Στο δεύτερο μέρος, η αναχώρηση γίνεται πολύ προσωπική. Ο άνεμος μεταφέρει τη φωνή πάνω από το φαγόπυρο, τα αστέρια «перехрестять» τον ταξιδιώτη [θα τον σταυρώσουν ή θα τον ευλογήσουν πριν από τον δρόμο], ενώ οι διαδρομές του είναι δεμένες με τις ιστορίες της γιαγιάς. Αποχαιρετά την παιδική του ηλικία στην αυλή του σπιτιού και παίρνει μαζί του «мамин хліб ... з печі» [το ψωμί της μαμάς, βγαλμένο από τον φούρνο]. Αυτή η εικόνα κάνει τη μοίρα λιγότερο αφηρημένη: είναι δάκρυα, οικογενειακές μνήμες, χωράφια και ένα σπίτι που μένει πίσω. Η ερώτηση «Є дві сторони, та тільки, де чия?» [υπάρχουν δύο πλευρές, μα ποια είναι ποια;] προσθέτει αβεβαιότητα, σαν ο κόσμος να έχει χωριστεί και ο ταξιδιώτης να ψάχνει ακόμη τη θέση του.