Η λέξη loucos σημαίνει «τρελοί». Είναι μια δυνατή και ενδιαφέρουσα λέξη που χρησιμοποιείται επανειλημμένα στο τραγούδι.
Στο πλαίσιο του τραγουδιού, ο κόσμος αποκαλεί το ζευγάρι «τρελούς» επειδή εκφράζουν τον έρωτά τους με ασυνήθιστους τρόπους, όπως το να μιλούν μόνοι τους στον δρόμο ή να μετρούν αστέρια. Αυτή η λέξη δίνει έναν ρομαντικό και επαναστατικό τόνο στην ιστορία αγάπης.
Έχεις νιώσει ποτέ τόσο ερωτευμένος που οι γύρω σου νομίζουν ότι τα 'χασες; Αυτό ακριβώς περιγράφει το "Loucos" του Matias Damásio μαζί με τον Héber Marques. Το τραγούδι ξεκινά με μια τεράστια υπερβολή: ο Damásio λέει ότι ούτε ο Luís de Camões, ο σπουδαιότερος κλασικός ποιητής της πορτογαλικής γλώσσας, δεν βρήκε ποτέ λέξεις για να περιγράψει τέτοια χαρά ("Camões não inventou palavras para exprimir esse momento" [Ο Καμόες δεν εφηύρε λέξεις για να εκφράσει αυτή τη στιγμή]). Φτάνει μάλιστα στο σημείο να πει ότι ακόμα και ο Θεός χαμογέλασε και οι άγγελοι χειροκροτούν, ενώ η φωνή τους βραχνιάζει από το να φωνάζουν πόσο αγαπιούνται ("nossa voz fica rouca de tanto gritar te amo" [η φωνή μας βραχνιάζει από το τόσο να φωνάζουμε σ' αγαπώ]).
Όμως όλος αυτός ο ενθουσιασμός έχει και τις παρενέργειές του στον έξω κόσμο. Οι άλλοι τους περνάνε για τρελούς ("Mas o mundo nos chama loucos" [Αλλά ο κόσμος μας φωνάζει τρελούς]). Και γιατί; Επειδή περπατούν στον δρόμο και μιλάνε μόνοι τους ("falamos sozinhos na rua"), μετράνε τα αστέρια στον ουρανό και νιώθουν πως έχουν κάνει τατουάζ ο ένας τον άλλον μέσα στην καρδιά τους ("tatuamos nossa imagem no coração"). Είναι μια γλυκιά, σχεδόν παιδική ματιά στον έρωτα, όπου το ζευγάρι απλώς αγνοεί τα βλέμματα των περαστικών και συνεχίζει να ζει στον δικό του παράδεισο.