송곳니 σημαίνει κυριολεκτικά «κυνόδοντας», δηλαδή το μυτερό δόντι, και συχνά αποδίδεται ως «χαυλιόδοντας» ή «fang» σε πιο σκοτεινό, ποιητικό πλαίσιο.
Στο τραγούδι, η φράση 내 하얀 송곳니 («οι λευκοί μου κυνόδοντες») δημιουργεί έντονη εικόνα που θυμίζει βαμπίρ και συμβολίζει μια νέα, άγρια δύναμη. Είναι μια ασυνήθιστη και πολύ χαρακτηριστική λέξη, που κάνει τους στίχους του Given-Taken αξέχαστους.
Το «Given-Taken» ανοίγει σαν μια απότομη αφύπνιση: «Ξύπνα, πρώτη μέρα» [Wake up, day one]. Το φως του ήλιου και οι προβολείς τον καίνε, αλλά ταυτόχρονα του κρύβουν τα μάτια. Παρ’ όλα αυτά, αποφασίζει να κυνηγήσει το όνειρό του και να περάσει μέσα από ένα «κόκκινο ήλιο», ενώ περιπλανιέται σε ένα δάσος γεμάτο ερωτήσεις, αστέρια και φεγγάρια. Στο τραγούδι, το «given or taken» [δοσμένο ή αρπαγμένο] γίνεται το μεγάλο δίλημμα: όσα έχει είναι δώρα ή κάτι που πρέπει να κερδίσει μόνος του; Η λέξη «Free» [ελεύθερος] δίπλα σε αυτό το δίλημμα κάνει τη σκέψη ακόμη πιο έντονη.
Η εικόνα του είναι σχεδόν μυθική και λίγο υπερβολική με τον καλύτερο τρόπο: κόκκινα μάτια, λευκοί κυνόδοντες, μια κορώνα με αίμα και ένα όριο ανάμεσα σε δύο κόσμους. Παρά τις «χιλιάδες αμφιβολίες» και τη δυσπιστία πίσω του, προχωρά προς ένα «εσύ» που τον καλεί πέρα από τη γραμμή. Θέλει να ενώσει τους δύο κόσμους και να φτάσει σε έναν καινούργιο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να αποδείξει ποιος είναι. Το κόκκινο αίμα στην κορώνα δείχνει ότι η άνοδος δεν είναι δωρεάν, όμως η φράση «Θα περπατήσω προς εσένα» [I’m going to walk toward you] κρατά την κατεύθυνση ξεκάθαρη: μπροστά, μέσα στην αβεβαιότητα, μέχρι να πατήσει στον ουρανό.