Sanctuary σημαίνει «καταφύγιο» ή «ιερό». Είναι μια λέξη με βαθιά θρησκευτική και συναισθηματική χροιά, που υποδηλώνει έναν τόπο ασφάλειας, προστασίας και ιερότητας.
Στο τραγούδι, ο Alex Warren τραγουδάει «You got me kissing the ground of your sanctuary» (Με έκανες να φιλάω το χώμα του καταφυγίου σου). Χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη για να περιγράψει τη σχέση του ως έναν ιερό και ασφαλή τόπο, όπου νιώθει τόσο ευγνώμων και αφοσιωμένος που θα φιλούσε ακόμη και το έδαφος.
Έχεις νιώσει ποτέ ότι η καθημερινότητα είναι βαρετή, μέχρι που ένα συγκεκριμένο άτομο τα αλλάζει όλα; Στο Ordinary, ο Alex Warren από τις Ηνωμένες Πολιτείες περιγράφει ακριβώς αυτό το συναίσθημα. Ξεκινά με μια πόλη που χάνει την πίστη της και με τον φόβο ότι ο χρόνος τελειώνει, αλλά αποφασίζει να μετατρέψει τη ρουτίνα σε τέχνη λέγοντας: "We'll make the mundane our masterpiece" (Θα κάνουμε το τετριμμένο το αριστούργημά μας). Η λέξη mundane σημαίνει το συνηθισμένο, το εντελώς πεζό κομμάτι της ημέρας σου. Αντί να ψάχνει κάτι εξωπραγματικό αλλού, το βρίσκει μέσα σε έναν δεσμό που σπάει τη μαυρίλα: "World was in black and white / Until I saw your light" (Ο κόσμος ήταν ασπρόμαυρος / Μέχρι που είδα το φως σου).
Οι στίχοι του είναι γεμάτοι θρησκευτικές εικόνες, με έναν τρόπο σχεδόν υπερβολικό αλλά πολύ έντονο. Μιλάει για έναν έρωτα τόσο δυνατό που κάνει ακόμα και τους αγγέλους να ζηλεύουν: "The angels up in the clouds / Are jealous knowing we found / Something so out of the ordinary" (Οι άγγελοι στα σύννεφα ζηλεύουν ξέροντας πως βρήκαμε κάτι τόσο ασυνήθιστο). Παραδίδεται εντελώς στον άλλον, αποκαλώντας τον εαυτό του πηλό και τον σύντροφό του γλύπτη με τη φράση "You're the sculptor, I'm the clay" (Εσύ είσαι ο γλύπτης, εγώ είμαι ο πηλός). Φτάνει μάλιστα στο σημείο να τραγουδά "At your altar, I will pray" (Στον βωμό σου θα προσευχηθώ), αντιμετωπίζοντας αυτόν τον δεσμό σαν έναν προσωπικό, απόλυτο ναό.