Η λέξη Musa σημαίνει «Μούσα». Είναι μια λέξη με βαθιά πολιτιστική και ιστορική σημασία, αναφερόμενη στις θεότητες της έμπνευσης στην ελληνική μυθολογία.
Στο τραγούδι, η μουσική περιγράφεται ως μια Μούσα που «μας καλεί να την αγγίξουμε με τα δάχτυλα», υποδηλώνοντας ότι είναι μια πηγή έμπνευσης και δημιουργικότητας που καθοδηγεί τον καλλιτέχνη. Αυτή η λέξη προσδίδει μια ποιητική και σχεδόν ιερή διάσταση στη σχέση του τραγουδιστή με τη μουσική.
Με την πρώτη ματιά, μοιάζει με κλασικό ιταλικό ερωτικό ντουέτο, αλλά υπάρχει μια ανατροπή που λατρεύω: αυτή η μυστηριώδης «Lei» (αυτή) για την οποία ζουν ο Andrea Bocelli και η Giorgia δεν είναι μια γυναίκα, αλλά η ίδια η μουσική! Ο στίχος «Vivo per lei da quando sai / La prima volta l'ho incontrata» (Ζω για εκείνη από τότε, ξέρεις, που τη συνάντησα για πρώτη φορά) μιλάει για εκείνη τη στιγμή που η μουσική μπαίνει μέσα σου και δεν φεύγει ποτέ. Την περιγράφουν σαν μια Μούσα στο πιάνο, αλλά και σαν μια πιστή παρέα για όποιον νιώθει μόνος στο δωμάτιό του με ένα στερεοφωνικό ανοιχτό: «Come uno stereo in camera / Di chi è da solo e adesso sa / Che è anche per lui» (Σαν ένα στέρεο στο δωμάτιο κάποιου που είναι μόνος και τώρα ξέρει πως είναι και γι' αυτόν).
Αυτό που κάνει το κομμάτι τόσο ζωντανό είναι η ειλικρίνειά του για τις δυσκολίες της τέχνης. Η μουσική δεν προσφέρει μόνο γλύκα, αλλά «A volte picchia in testa, ma / È un pugno che non fa mai male» (Μερικές φορές χτυπάει στο κεφάλι, αλλά είναι μια γροθιά που δεν πονάει ποτέ). Τους αναγκάζει να γυρνούν από πόλη σε πόλη και να υποφέρουν, όμως η υπόσχεσή τους παραμένει απόλυτη: «Perché la musica lo sai / Davvero non l'ho mai tradita» (Γιατί τη μουσική, το ξέρεις, στα αλήθεια δεν την πρόδωσα ποτέ). Ακόμα κι αν είχαν μια δεύτερη ζωή να ζήσουν, πάλι σε εκείνη θα την αφιέρωναν.