Η λέξη wagen σημαίνει συνήθως «όχημα» ή «άμαξα», αλλά στο τραγούδι αναφέρεται στο ξύλινο τροχόσπιτο όπου ζούσε μόνος ο κλόουν. Είναι μια χαρακτηριστική και ποιητική λέξη, επειδή παρουσιάζει ολόκληρη τη μοναχική ζωή του μέσα σε μία εικόνα.
Το «De Clown» («Ο Κλόουν») του Ολλανδού Ben Cramer μιλά για έναν κλόουν που έκανε το κοινό να γελά, ενώ ο ίδιος έκρυβε μεγάλη μοναξιά. Φορά λευκά και κόκκινα, πηδά κάτω από το έντονο κίτρινο φως και χαμογελά, όμως «Maar onder die lach / zat een droevig gezicht» [Μα κάτω από αυτό το χαμόγελο / υπήρχε ένα λυπημένο πρόσωπο]. Η ζωή του είναι φτωχική και μοναχική: μένει μόνος σε ένα ξύλινο τροχόσπιτο, με καπέλο πολύ μικρό και παπούτσια πολύ μεγάλα. Η εικόνα είναι λίγο παράξενη και σχεδόν αστεία, αλλά πίσω της κρύβεται ένας άνθρωπος που κανείς δεν γνώριζε πραγματικά.
Η πιο δυνατή στιγμή έρχεται στο τέλος μιας παράστασης. Ο κλόουν πέφτει, όπως κάθε φορά, και το κοινό γελά δυνατά. Για εκείνον όμως «maar voor hem was het uit» [όμως γι’ αυτόν όλα είχαν τελειώσει]. Το τραγούδι δεν εξηγεί γιατί υπέφερε ούτε ποιοι ήταν οι δικοί του άνθρωποι. Λέει μόνο ότι έδωσε τα πάντα μέχρι την τελευταία του μέρα και ότι, όταν πέθανε, δεν άφησε κανέναν πίσω. Έτσι, ο κλόουν μένει στη μνήμη μέσα από το γέλιο του, ενώ η σιωπηλή θλίψη του παρέμενε άγνωστη.