Taşladı σημαίνει κυριολεκτικά "λιθοβόλησε" ή "πέταξε πέτρες". Είναι μια δυνατή και κάπως δραματική λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε καθημερινά τραγούδια.
Στο τραγούδι, ο Edis χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη μεταφορικά για να περιγράψει πώς η καρδιά του απέκρουσε ή απέρριψε τις αγάπες που έρχονταν, σαν να τις λιθοβολούσε για να σβήσουν. Αυτή η έντονη εικόνα κάνει τη λέξη πολύ ενδιαφέρουσα και αξιομνημόνευτη.
Το «Benim Ol» («Γίνε δικός μου / δική μου») είναι μια άμεση παράκληση προς έναν άνθρωπο που έχει φύγει: «Hadi yine gel benim ol» («Έλα ξανά, γίνε δικός μου»). Ο αφηγητής λέει πως, αν εκείνος δεν επιστρέψει και δεν τον ακούσει, δεν ξέρει «Kime giderim» («Σε ποιον να πάω») ούτε «Kime veririm yüreğimi» («Σε ποιον να δώσω την καρδιά μου»). Η επανάληψη κάνει το αίτημα σχεδόν επίμονο, σαν κάποιος να κρατά ακόμη μια τελευταία φράση ανείπωτη: «Yarım sözüm daha dur» («Μου έχει μείνει ακόμη μισή κουβέντα»).
Στους στίχους υπάρχει επίσης ενοχή και μια καρδιά που είχε κλείσει την πόρτα στον έρωτα. «Suç payıma düşense / Giderim yine sen düşünme» («Αν μου αναλογεί το φταίξιμο, θα φύγω, μην ανησυχείς»), λέει, ενώ περιγράφει την καρδιά του να «λιθοβολεί» όσους έρχονταν, για να σβήσουν ή να πεθάνουν οι έρωτες. Ύστερα, η μεταμέλεια αρχίζει μαζί με την αναμονή για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Το «benim ol» ακούγεται τρυφερό, αλλά και λίγο απαιτητικό: δεν ζητά απλώς μια συζήτηση, ζητά επιστροφή και αποκλειστικότητα.