Szalony nurt σημαίνει κυριολεκτικά «μανιασμένο» ή «τρελό ρεύμα» και περιγράφει ένα ποτάμι που κινείται ορμητικά και ανεξέλεγκτα.
Στο τραγούδι, το ρεύμα της μαύρης ποταμιάς γίνεται μια δυνατή, σκοτεινή εικόνα που αντικατοπτρίζει την εσωτερική αναστάτωση του αφηγητή. Είναι μια ποιητική φράση με έντονη ατμόσφαιρα, όχι μια συνηθισμένη καθημερινή έκφραση.
Το «Most Na Krzywej» («Η γέφυρα στην Krzywej») είναι μια σκοτεινή, θεατρική αφήγηση για έναν άνθρωπο που επιστρέφει ξανά και ξανά σε ένα σημείο όπου, όπως λέει, «δεν θα έπρεπε να είναι». Ρωτά προκαταβολικά τους άλλους: «Γιατί το έκανα; Γιατί γύρισα στη μέση του δρόμου;» και παραδέχεται πως έκανε «μερικές βλακείες», πιστεύοντας όμως ότι μερικές βλακείες αξίζουν συγχώρεση. Η λέξη «Woodstock!» λειτουργεί σαν ξαφνική κραυγή μέσα στην αφήγηση, χωρίς οι στίχοι να εξηγούν αν είναι τόπος, γιορτή ή προσωπικός υπαινιγμός.
Η ιστορία γίνεται όλο και πιο βαριά: ένα πρωινό, μια φωνή του λέει «Nie jesteś tym, który powinien tu być» [«Δεν είσαι αυτός που θα έπρεπε να είναι εδώ»]. Ύστερα, μετά την απόρριψη από μια γυναίκα που του λέει πως δεν είναι ο άνθρωπος που πρέπει να είναι μαζί της, πηδά σε ένα «κρύο, μαύρο ποτάμι» και τελικά από τη γέφυρα στην Krzywa, μέσα σε «μαύρο, τρελό ρεύμα». Ο Άγιος Πέτρος εμφανίζεται σαν μορφή στην άλλη πλευρά, όμως η απάντησή του είναι παράλογα ξεκάθαρη: ούτε εκεί ανήκει. Η σιωπή γίνεται «υπερβολική για την καρδιά του», κι έτσι η επαναλαμβανόμενη κατάληξη, «Więc wróciłem» [«Έτσι γύρισα»], αφήνει τη σκηνή σε έναν παράξενο κύκλο: ο ήρωας προσπαθεί να φύγει, αλλά κάθε φορά τον στέλνουν πίσω.