Barfuß σημαίνει «ξυπόλητος». Είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε τραγούδια και φέρνει αμέσως στο μυαλό μια εικόνα ελευθερίας και ανεμελιάς.
Στο τραγούδι, η πρωταγωνίστρια, όταν χορεύει, φαντάζεται τον εαυτό της να περπατά «barfuß in New York» (ξυπόλητη στη Νέα Υόρκη). Αυτή η εικόνα τονίζει την απόδραση από την καθημερινότητα και την αίσθηση απελευθέρωσης που νιώθει μέσα από τον χορό.
Έχεις νιώσει ποτέ ότι η καθημερινότητα σε πνίγει και το μόνο που θες είναι να πατήσεις ένα κουμπί διαφυγής; Αυτό ακριβώς περιγράφει ο Max Giesinger, ένας καλλιτέχνης από τη Γερμανία, στο ποπ κομμάτι του «Wenn Sie Tanzt». Μας συστήνει μια μητέρα που δουλεύει σκληρά: «Eine ganz normale fünfzig Stunden Woche» (Μια εντελώς κανονική εβδομάδα πενήντα ωρών) και μετά γυρίζει σπίτι να μαγειρέψει για τα παιδιά. Τα μικρά είναι η απόλυτη προτεραιότητά της, όμως η μέρα της δεν έχει ούτε ένα διάλειμμα. Αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή της χωρίς αυτή την ευθύνη, θέλει να φορέσει το καλό της φόρεμα για να βγει σε ένα ραντεβού και όχι απλά να κοιτάζεται στον καθρέφτη, αλλά ο χρόνος δεν περισσεύει ποτέ.
Η μαγεία έρχεται τη στιγμή που βάζει τα ακουστικά στα αυτιά: «Sie setzt die Kopfhörer auf / Macht die Musik ganz laut» (Βάζει τα ακουστικά / Δυναμώνει τη μουσική στο τέρμα). Όταν αρχίζει να χορεύει, όλα εξαφανίζονται. Ο χορός είναι το δικό της εισιτήριο ελευθερίας. Το μυαλό της ταξιδεύει σε μακρινά μέρη: περπατά ξυπόλητη στη Νέα Υόρκη, κολυμπά μόνη στην παγωμένη Αλάσκα και βουτά στα καταγάλανα νερά στο Μπαλί («Springt vor Bali über Board / Und taucht durch das blaue Wasser» [Πηδάει από το σκάφος στο Μπαλί / Και βουτάει στο μπλε νερό]). Για λίγα λεπτά, αφήνει τα πάντα πίσω της μόνο και μόνο για την αίσθηση του ρυθμού, καταφέρνοντας να γίνει κάποια άλλη.