Landaus σημαίνει «καροτσάκια μωρών» και είναι μια αρκετά σπάνια, ιδιαίτερη γαλλική λέξη που δεν συναντάται συχνά σε τραγούδια. Στο τραγούδι εμφανίζεται στην εικόνα των ζευγαριών που σπρώχνουν καροτσάκια κατά μήκος του Σηκουάνα, δημιουργώντας μια τρυφερή και κινηματογραφική σκηνή καθημερινής ζωής.
Στο «Encore Une Fois», ο Patrick Bruel μιλά για έναν έρωτα που έρχεται αφού έχει προηγηθεί απογοήτευση. «Lorsque l'amour est tombé par terre» [Όταν η αγάπη έπεσε στο έδαφος] και «On croit mourir mais on survit» [Νομίζουμε πως θα πεθάνουμε, αλλά επιβιώνουμε]. Ο αφηγητής δεν είναι πια τόσο αφελής, όμως ερωτεύεται τη γυναίκα «comme si t'étais la première» [σαν να ήσουν η πρώτη]. Η φράση «Vu que mon cœur a déjà servi» [Αφού η καρδιά μου έχει ήδη χρησιμοποιηθεί] είναι μια παιχνιδιάρικη εικόνα: η καρδιά του δεν είναι καινούργια, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί. Και όταν λέει «C'est beau, c'est con, ouais, c'est la vie» [Είναι όμορφο, είναι χαζό, ναι, έτσι είναι η ζωή], παραδέχεται χωρίς πολλά στολίδια πόσο παράλογο και όμορφο μπορεί να είναι να αγαπάς ξανά.
Το ρεφρέν επιμένει στην ιδέα μιας δεύτερης ευκαιρίας: «Encore une fois, encore plus fort» [Για άλλη μία φορά, ακόμη πιο δυνατά]. Οι δυο τους έχουν πει «plus jamais» [ποτέ ξανά], όμως η αγάπη αποδεικνύεται «plus forte que toi et moi» [πιο δυνατή από εσένα κι από εμένα]. Η εικόνα μεταφέρεται δίπλα στον Σηκουάνα, τον γνωστό ποταμό του Παρισιού: έχει καλό καιρό, ζευγάρια σπρώχνουν καροτσάκια και εκείνος χαϊδεύει την πλάτη της. Έξω, οι παλιές ιστορίες τούς έχουν αλλάξει· μέσα τους, όμως, «on reste des ados» [μένουμε έφηβοι]. Δεν υπόσχονται ότι ξέρουν πού πηγαίνουν. Προς το παρόν, είναι μαζί, εδώ και τώρα, και θα δουν πού θα τους οδηγήσει ο άνεμος.