Η nenia είναι μια ποιητική και αρκετά σπάνια λέξη που σημαίνει ένα μονότονο τραγούδι, συνήθως μοιρολόι ή νανούρισμα. Στο τραγούδι, ο αφηγητής λέει ότι θα παίξει με την κιθάρα του μια «nenia di paese», δηλαδή ένα παλιό, μελαγχολικό τραγούδι του χωριού, για να παρηγορηθεί όταν θα κλαίει τη νύχτα.
Το «Che sarà?» σημαίνει «Τι θα γίνει;» ή, πιο φυσικά, «Ποιος ξέρει τι θα φέρει η ζωή;». Ο αφηγητής αποχαιρετά το χωριό του, που βρίσκεται «sulla collina» [πάνω στον λόφο] και είναι ξαπλωμένο «come un vecchio addormentato» [σαν έναν γέρο που κοιμάται]. Το βλέπει βυθισμένο στην ανία και την εγκατάλειψη, γι’ αυτό αποφασίζει να φύγει: «Paese mio ti lascio, io vado via» [Χωριό μου, σε αφήνω, φεύγω]. Η επανάληψη «Che sarà? Che sarà? Che sarà?» [Τι θα γίνει;] κάνει την αβεβαιότητα σχεδόν παιχνιδιάρικη. Δεν έχει σχέδιο για το αύριο: «So far tutto o forse niente» [Ξέρω να κάνω τα πάντα ή ίσως τίποτα] και «Da domani si vedrà» [Από αύριο θα φανεί].
Οι φίλοι του έχουν ήδη φύγει ή ετοιμάζονται να φύγουν, και εκείνος λυπάται που τελειώνει η παρέα τους. Παίρνει μαζί του την κιθάρα, ώστε, αν κλάψει τη νύχτα, να παίξει «una nenia di paese» [ένα νανούρισμα ή έναν απλό σκοπό του χωριού]. Αποχαιρετά και την αγαπημένη του, φιλώντας το στόμα της, που το αποκαλεί «la fonte del mio primo amore» [την πηγή του πρώτου μου έρωτα]. Δεν ξέρει πότε θα επιστρέψει, όμως το υπόσχεται καθαρά: «so soltanto che ritornerò» [ξέρω μόνο ότι θα επιστρέψω]. Είναι ένα τραγούδι για αναχώρηση χωρίς εγγυήσεις, με λίγη μελαγχολία, μια κιθάρα και την αισιόδοξη αποδοχή: «sarà quel che sarà» [θα γίνει ό,τι είναι να γίνει].